Το Ταξίδι του Ελληνικού Αλφαβήτου
Γράφει ο Διονύσιος Γιατράς, συνεργάτης και εκπαιδευτικός του Bromley Greek Language School
Το ελληνικό αλφάβητο βρίσκει τις ρίζες του στις γραφές της αρχαϊκής εποχής, τη Γραμμική Α που εντοπίσθηκε στην Μινωική Κρήτη και τη Γραμμική Β που εντοπίσθηκε στις αρχαίες Μυκήνες. Τόσο η Γραμμική Α όσο και η Γραμμική Β ήταν συστήματα γραφής και όχι ακριβώς αλφάβητα. Αν και χρησιμοποιούνταν για να εκφράσουν γραπτά την ελληνική γλώσσα, δεν αποτελούσαν τυποποιημένο τρόπο γραφής. Η μεγάλη αλλαγή ήλθε κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., όταν οι Έλληνες τροποποίησαν το αλφάβητο των Φοινίκων (ενός ιδιαιτέρως ανεπτυγμένου λαού που κατοικούσε στις ανατολικές ακτές της Μέσης Ανατολής και αργότερα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο), το οποίο αποτελούνταν αποκλειστικά από σύμφωνα. Οι αρχαίοι Έλληνες προσάρμοσαν το αλφάβητο αυτό στη δική τους γλώσσα προσθέτοντας φωνήεντα. Ήταν τότε που για πρώτη φορά, οι κάτοικοι της Ελλάδας μπορούσαν να γράψουν τις σκέψεις τους σε παπύρους, κεραμικά σκεύη ή λίθινες επιγραφές και σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες διάλεκτοι αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφορετικά αλφάβητα. Έτσι, κάτοικοι τριών περιοχών —της Αττικής, της Κορίνθου και της Χαλκίδας— χρησιμοποιούσαν τρεις αντίστοιχες εκδοχές του ελληνικού αλφαβήτου, το οποίο γραφόταν πάντοτε με κεφαλαία: το αττικό, το δωρικό και το ευβοϊκό αλφάβητο. Οι τελευταίοι, επίσης κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., είχαν ιδιαίτερη παρουσία στη σημερινή Ιταλία καθώς και αποικίες στη σημερινή Σικελία. Αυτό το γεγονός οδήγησε σε εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις μεταξύ των Χαλκιδέων και των Ετρούσκων (του λαού που κατοικούσε στη σημερινή Ιταλία) και, όπως οι κάτοικοι της Ελλάδας ανέπτυξαν το αλφάβητό τους από το αντίστοιχο φοινικικό, έτσι οι κάτοικοι της Ιταλίας ανέπτυξαν το αλφάβητό τους από το αντίστοιχο ελληνικό (και συγκεκριμένα το ευβοϊκό), το οποίο αργότερα ονομάσθηκε «λατινικό».

Όταν αρκετούς αιώνες αργότερα, από τον 3ο αιώνα π.Χ. και ύστερα, οι Ρωμαίοι εγκαθίδρυσαν την αυτοκρατορία τους στο μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ευρώπης, χρησιμοποιούσαν και διέδιδαν το λατινικό αλφάβητο. Το ελληνικό αλφάβητο, όπως και η ελληνική γλώσσα, παρέμεινε σε χρήση στην ανατολική Μεσόγειο κυρίως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, όπως επίσης και στο εμπόριο, μιας και οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχαν ήδη καταστήσει την κοινή ελληνική (την επονομαζόμενη «ελληνιστική κοινή») κυρίαρχη γλώσσα στην περιοχή. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ., ωστόσο το ανατολικό τμήμα της είχε ήδη ανεξαρτητοποιηθεί δημιουργώντας την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Δύο περίπου αιώνες αργότερα, τον 7ο αιώνα μ.Χ., ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος θέσπισε τα αρχαία ελληνικά ως επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας, η οποία λίγο αργότερα τροποποιήθηκε, εφόσον από κεφαλαία πλέον γραφόταν και με μικρά γράμματα. Την ίδια περίπου περίοδο, ένας λαός από τη βορειοανατολική Ευρώπη (από τις περιοχές της σημερινής Λευκορωσίας και της Ουκρανίας) άρχισε βαθμιαία να κινείται προς τα νότια. Οι Σλάβοι έμελλε να κυριαρχήσουν στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ευρώπης και αναπόφευκτα ανέπτυξαν πολύπλευρες επαφές με τους βυζαντινούς, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές. Ωστόσο, όπως και οι Ετρούσκοι και οι Ρωμαίοι περίπου χίλια πεντακόσια χρόνια νωρίτερα, έτσι και οι Σλάβοι εξέλιξαν το δικό τους αλφάβητο (που ονομαζόταν γλαγολιτικό) κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ., χρησιμοποιώντας το αντίστοιχο ελληνικό της εποχής. Τα πρόσωπα που πραγματοποίησαν την εξέλιξη αυτή ήταν δύο εξαιρετικά μορφωμένοι θεολόγοι βουλγαρικής καταγωγής, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος. Ο πρώτος έδωσε το όνομά του στο νέο σλαβικό αλφάβητο, το λεγόμενο «κυριλλικό».
Στις ημέρες μας, το λατινικό αλφάβητο χρησιμοποιείται επισήμως από περίπου 140 χώρες και το κυριλλικό από περίπου 50 χώρες. Το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιείται επισήμως από δύο μόνο χώρες (Ελλάδα και Κύπρο) ωστόσο βρίσκεται «κρυμμένο» τόσο στο λατινικό αλφάβητο όσο και στο κυριλλικό, μιας που επέδρασσε καθοριστικά στη διαμόρφωση και των δύο.